Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Βαθιά στον κόσμο του καναπέ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που το λέγανε Ευθύμη και του άρεσε πολύ ο καναπές. Τη μισή μέρα την περνούσε ανάποδα πάνω στα μαξιλάρια του καναπέ. Στεκόταν δηλαδή με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά κι έβλεπε όλα τα πράγματα στο δωμάτιο ανάποδα. Και φαίνονταν κι απο το μπαλκόνι ανάποδα οι γλάστρες και τα λουλούδια, οι πολυκατοικίες απέναντι, τα παράθυρα του κι οι ταράτσες τους... Όλα ανάποδα. Οταν κουραζόταν να στέκεται έτσι, ο Ευθύμης έφερνε τα μικρούτσικα ανθρωπάκια του Playmobil και τα έχωνε βαθειά στα μαξιλάρια του καναπέ, ώσπου χάνονταν.


Κάθε Τρίτη ερχόταν στο σπίτι τους η Ρούλα και συγύριζε. Σήκωνε τα μαξιλάρια του καναπέ κι έβγαζε απο κάτω δεκάδες ανθρωπάκια του Ευ-θύμη. Του τα έβαζε σ' ένα κουτί στο δωμάτιο του κι εκείνος άρχιζε ξανά την άλλη μέρα να τα χώνει στον καναπέ.

—Μα τι νομίζεις ότι έχει εκεί μέσα και χώνεις τα ανθρωπάκια σου; τον ρώτησε μια μέρα η Ρούλα.

—Εχει ένα λούνα– πάρκ, είπε ο Ευθύμης.

—Το έχεις δεί ποτέ;

—Το βλέπω λιγάκι απο τη χαραμάδα, όταν στέκομαι ανάποδα! είπε ο Ευθύμης.

—Και θέλεις να γίνεις μικρός, να χωθείς μέσα; είπε η Ρούλα.

—Το θέλω πολύ, είπε ο Ευθύμης.

Εκείνο το βράδυ ο Ευθύμης έπιασε κουβέντα με τα ανθρωπάκια του. Τους είπε το μεγάλο του σχέδιο, ή μάλλον το μικρό του σχέδιο και κείνα υποσχέθηκαν να βρούν ένα τρόπο να τον κάνουν μικρό,ώστε να πάει έστω και για λίγο στο λούνα πάρκ τους. Την άλλη μέρα τα έχωσε όλα, χωρίς εξαίρεση στον καναπέ κι έμεινε χωρίς κανένα ανθρωπάκι, ώσπου ήρθε η Ρούλα να τα βγάλει.

—Λοιπόν, μάθατε τίποτα, τα ρώτησε μόλις τα ξαναβρήκε στο κουτί τους.

Και κείνα του ψιθύρισαν το μυστικό.

Πέρασε ένα ολόκληρο πρωί, χωρίς να σταθεί ανάποδα στον καναπέ ο Ευθύμης και χωρίς να χώσει ούτε ένα ανθρωπάκι. Το μεσημέρι όμως, όταν πήγαν οι μεγάλοι για ύπνο, πλησίασε σιγά σιγά με το κουτί, έβαλε όλα τα ανθρωπάκια στα μαξιλάρια, ύστερα γύρισε ανάποδα, είπε τη μαγική φράση και χώθηκε κι αυτός μέσα, αφού έγινε πρώτα μικρούλης.

Είχε εκεί ένα καταπληκτικό λούνα πάρκ. Κούνιες που σ' ανέβαζαν ψηλά και ρόδες που γύριζαν γύρω γύρω, κι έβλεπες τον κόσμο ανάποδα, όπως τον έβλεπε ο Ευθύμης από τον καναπέ. Είχε συγκρουόμενα αυτοκινητάκια και ρώσικα βουνά, μπαλλαρίνες που σε ανέβαζαν στη φούστα τους και στριφογύριζες, κάστρα του τρόμου με φαντάσματα από μαλλί της γριάς που μπορούσες να τα δαγκώνεις. Και τι δεν είχε εκεί μέσα. Ο Ευθύμης τριγύρισε παντού ώσπου ζαλίστηκε, και τέλος πήγε στη σκοποβολή, όπου πέτυχε την καλύτερη βαθμολογία.

—Είσαι καταπληκτικός, του είπαν όλοι. Μπορείς να διαλέξεις ότι θέ-λεις για δώρο.

—Θα ήθελα τον εαυτό μου σε παιχνίδι, είπε ο Ευθύμης.

Και του τον έδωσαν! Ενα παιχνίδι σαν τον Ευθύμη, που γελούσε, μιλούσε, έλεγε ιστορίες και καθόταν ανάποδα στον καναπέ! Ο Ευθύμης τον πήρε και βγήκε έξω απο το λούνα πάρκ και μόλις ξαναβρήκε το κανονικό του μέγεθος, τον κράτησε στην αγκαλιά του όλο χαρά.

—Δεν θα σε χάσω ποτέ του είπε, ούτε θα σε αποχωριστώ!

Από τότε σταμάτησε να στέκεται στον καναπέ ανάποδα και να χώνει παιχνίδια μέσα.

—Πολύ άλλαξε αυτό το παιδί, είπε η Ρούλα, που δεν έβρισκε πια ανθρωπάκια κάτω απο τα μαξιλάρια του καναπέ.

Ο Ευθύμης περνούσε τώρα καλύτερα. Έπαιζε με τον εαυτό του. Δεν άφηνε κανέναν άλλον να πιάσει στα χέρια του το αγαπημένο του παιχνίδι. Μέχρι που η μαμά του έκανε ένα αδερφάκι.

—Τώρα, είπε ο Ευθύμης στο παιχνίδι του, θα σε χαρίσω στο αδερφάκι μου. Είχα τόσο πολύ ζητήσει απο τη μαμά ένα αδερφάκι και τώρα που ήρθε θα του κάνω το καλύτερο δώρο!

Ετσι ο Ευθύμης χάρισε εκείνο το περίφημο παιχνίδι. Ηταν τόσο ευτυχισμένος με το αδερφάκι του, ώστε ήθελε να του χαρίσει και όλα τα ανθρωπάκια, αλλά η μαμά του είπε να περιμένει λίγο, να μεγαλώσει το μωρό, γιά να μην καταπιεί κανένα.

Ετσι κι έγινε. Ο Ευθύμης περίμενε και καμιά φορά τον τάιζε κιόλας για να βοηθήσει στο μεγάλωμα. Ο αδερφός του λοιπόν μεγάλωσε γρήγορα και κάνανε καταπληκτική παρέα.

—Σπουδαία παιδιά είστε σείς, έλεγε η Ρούλα, που δεν έψαχνε καθόλου πιά κάτω απο τα μαξιλάρια του καναπέ για παιχνίδια.

Αν όμως ψάξει καμιά φορά, μπορεί να βρεί ξεχασμένο ανάμεσα στα μαξιλάρια ένα μικρό παιχνιδάκι που ήταν κάποτε το αγαπημένο του Ευθύμη και του έμοιαζε, αλλά τώρα πια δεν του μοιάζει καθόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου