Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Το περιεργο παπί

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ο Εθνικός Κήπος της Αθήνας είχε ακόμα λιοντάρια και λύκους κι αλεπούδες στα στενά κλουβιά του, ζούσε στη λιμνούλα με το γεφυράκι που βρίσκεται εκεί δίπλα ένα παράξενο παπάκι που το λέγανε Πίπη. Ο Πίπης δεν ήθελε να μένει με τα άλλα παπιά στη λίμνη και να κολυμπά ανάμεσα στα ποπ κόρν και τα κομμένα κουλούρια που τους πετούσαν τα παιδιά για να τρώνε. Ηθελε να γνωρίσει τον κόσμο. Κάθε τόσο τόσκαγε απο το σπιτάκι και τριγύρναγε γύρω γύρω στην περιοχή, ώσπου ανακάλυψε τα κλουβιά με τ' αλλα ζώα. Και μόλις κατάλαβε ότι υπήρχε κι ένα λιοντάρι κλεισμένο εκεί, ήθελε να γνωρίσει το λιοντάρι.

—Γιατί μαμά το λιοντάρι είναι κλεισμένο σε κλουβί, ενώ εμείς γυρνάμε ελεύθερα; ρωτούσε.

—Να μην ασχολείσαι με λιοντάρια, του έλεγε η μαμά του συγχισμένη. Είναι άγρια κι επικίνδυνα. Γι αυτό τα κλείνουν σε κλουβιά.

—Και που τα βρίσκουν και τα πιάνουν;

—Τα φέρνουν απο μακριά.

—Και τι τα θέλουν, αφού είναι άγρια;

—Για να τα βλέπουν! Στους ανθρώπους αρέσει η αγριάδα!

—Γιατί δεν την αφήνουν ελεύθερη τότε!

—Τους αρέσει για να φτιάχνουν ιστορίες μόνο. Αν άφηναν ελεύθερο το λιοντάρι, θα τους έτρωγε! Είναι δυνατότερο απο αυτούς!

—Πές μου μαμά καμιά ιστορία με λιοντάρι!

Για να ησυχάσει, η μαμά του τού έλεγε ιστορίες με λιοντάρια. Του είπε τον Ανδροκλή και το λιοντάρι, τον λέοντα της Νεμέας, το Βασιληά των λιονταριών και για λίγες μέρες το παπί κάθησε ήσυχα στη λίμνη και τις σκεφτόταν. Υστερα όμως ξανάρχισε τις βόλτες προς τα κλουβιά.

—Γιατί κόβεις βόλτες γύρω γύρω; ρώτησε τον λύκο.

—Γιατί έχω τα νεύρα μου, είπε ο κείνος μ' έναν γρυλισμό. Παράτε με ήσυχο!

—Γιατί στέκεσαι ακίνητη στον ήλιο; ρώτησε παραδίπλα την αλεπού.

—Και τι άλλο να κάνω; είπε εκείνη απελπισμένη.

Τελικά πλησίασε και στο κλουβί του λιονταριού που περπατούσε αργά αργά, όσο πιο αργά μπορούσε, απο τη μία άκρη του κλουβιού στην άλλη
-Καλημέρα βασιληά! του είπε.
—Μη με κοροϊδεύεις μικρέ, είπε το λιοντάρι, χωρίς να σταματήσει τις βόλτες του.
—Ξέρω ότι θα ήσουν βασιληάς κανονικά είπε με σεβασμό το παπί.
—Εγώ δεν ξέρω τίποτα, είπε άκεφα το λιοντάρι, εκτός απο το ότι αν ήμουν ελευθερο δεν θα καταδεχόμουνα ούτε να σ' αρπάξω, έτσι μικρό που είσαι!
—Εχεις δίκηο! Σε καμιά ιστορία δεν άκουσα λιοντάρια να κυνηγάνε παπιά!
—Και τι ιστορίες έχεις ακούσει εσύ παρακαλώ;
—Εχω ακούσει τρείς ιστορίες για λιοντάρια, είπε το παπί.
Και το λιοντάρι δεν ήξερε καμία απο τις τρείς!
—Δε μου λες και μένα τη μία, να περάσει η ώρα, είπε στο παπί.

—Δεν τις καλοθυμάμαι, αλλά θα πω στη μαμά μου να μου ξαναπεί τη μία απ'αυτές και θα έρθω αύριο το πρωί να σου τη διηγηθώ!

Έτσι το παπί γύρισε πίσω και πέρασε την ημέρα του μαθαίνοντας καλά την ιστορία: "Ο Ανδροκλής και το λιοντάρι". Την επόμενη μέρα πήγε πρωί πρωί και την είπε στο λιοντάρι.

—Πολύ μου άρεσε η ιστορία σου, είπε το λιοντάρι στο τέλος. Να έρθεις και αύριο να μου πείς την άλλη.

Ετσι το παπί διηγήθηκε στο λιοντάρι και τις άλλες δύο ιστορίες που ήξερε και μετά κι άλλες κι άλλες, ώσπου τέλειωσαν όλες οι ιστορίες με λιοντάρια που ήξερε η μαμά του και άρχισε να ρωτάει και τις άλλες πάπιες της λίμνης, μήπως ήξεραν και κείνες καμία. Κι όταν τέλειωσαν κι αυτές, άρχισε να του λέει ιστορίες με άλλα ζώα.
Το έμαθαν η αλεπού κι ο λύκος και ζήτησαν απο το παπί να διηγείται και σ' αυτούς τις ιστορίες του. Κάθε μέρα το παπί ήταν απασχολημένο μ' αυτή την υπόθεση και σιγά σιγά, μαθαίνοντας και λέγοντας ιστορίες, πέρασε ο καιρός και μεγάλωσε κι έγινε πάπια σωστή.
Το λιοντάρι όμως μέρα με τη μέρα μαράζωνε.

— Όλες οι ιστορίες σου, του είπε μια μέρα το λιοντάρι, δεν αξίζουν μια ωραία βόλτα στο δάσος. Τώρα που μεγάλωσες κι έγινες παπί κανονικό, τώρα που δεν χρειάζεται να επιστρέφεις νωρίς τα βράδυα στη μαμά σου, πρέπει να ψάξεις να βρείς ένα τρόπο να μ' ελευθερώσεις. Οι φύλακες κάπου θα κρύβουν τα κλειδιά. Βρέστα κι άνοιξε μου το κλουβί. Θα πεθάνω αν δεν βγώ έξω απο δώ. Δεν αντέχω πιά!

Φαινόταν καθαρά ότι δεν άντεχε πιά. Περνούσε όλη τη μέρα ξαπλωμένο στην ίδια θέση κι ούτε που άγγιζε το φαί του. Το παπί κατάλαβε ότι αν δεν έκανε κάτι γρήγορα, θα τον έχανε το φίλο του. Πήγε κοντά στο φύλακα, την ώρα που καθόταν και ξεκουραζόταν και του πήρε τα κλειδιά απο την τσέπη. Τη νύχτα, όταν όλοι είχαν φύγει, άνοιξε επιδέξια την πόρτα του κλουβιού και το λιοντάρι βγήκε έξω.

—Νομίζω ότι έχω ξεχάσει να περπατάω, είπε καθώς έκανε τα πρώτα βήματα προς την ελευθερία.

Όμως σε λίγο έτρεχε γύρω γύρω σ' όλα τα δρομάκια του Κήπου, γρυλίζοντας απο χαρά. Τον πήραν είδηση οι γάτες που ξαγρυπνούσαν, τα παγώνια που κοιμόνταν και οι πάπιες, τα μικρά πουλιά, τα αδέσποτα σκυλιά, όλα τα ζώα που βρίσκονταν εκείνη την ώρα μέσα στον Κήπο και άρχισαν να φωνάζουν το ένα στ' άλλο:

—Το λιοντάρι ελευθερώθηκε! Προσέξτε καλά!

Κι όσο κι αν φοβόντουσαν, μαζεύτηκαν όλοι να δούν και ν' ακούσουν το φρενιασμένο τρεχαλητό του βασιληά της ζούγκλας, μέσα στα δέντρα του Εθνικού Κήπου. Το είδαν να πέφτει ανάσκελα στ' αγκάθια και να τρίβει τη γούνα του, να σκαρφαλώνει στα πέτρινα τοιχάκια, να ορμάει σ' όποια λιμνούλα έβρισκε μπροστά του, το άκουσαν να καλεί μέσα στη νύχτα τους μακρυνούς συντρόφους του. Αλλά καμιά απάντηση δεν πήρε απο την κοιμισμένη πολιτεία των ανθρώπων και το πρωί βρέθηκε ξανά ξαπλωμένο στην πόρτα του κλουβιού, με το παπί κοντά του, να το παρηγορεί όπως μπορούσε.

—Πέρασα μια ωραία νύχτα του είπε, αλλά θα ήθελα να γυρίσω πίσω στη ζούγκλα για να γίνω στ' αλήθεια ευτυχισμένο.

Για πολύν καιρό τα ζώα της Αθήνας θυμόντουσαν εκείνη τη νύχτα του λιονταριού και είχαν να τη λένε. Οι άνθρωποι πάντως, καλού κακού, αποφάσισαν να του βρούν μια καλύτερη διαμονή.

—Ακουσα ότι θα φύγετε απο δώ, είπε μια μέρα το παπί στο λιοντάρι. Θα σας στείλουν σε ένα μέρος πολύ μακριά, που μοιάζει με ζούγκλα και θα μπορείτε να είστε σχεδόν ελεύθεροι. Χαίρομαι για σένα, αλλά θα μου λείψεις!

—Και μένα, είπε το λιοντάρι. Αλλά θα θυμάμαι τις ιστορίες σου!

Παρόλο που το λιοντάρι ζούσε χρόνια στο κλουβί και ήταν χορτάτο και βαρύ, οι άνθρωποι φοβόνταν και το μετέφεραν με καλά ασφαλισμένα κλουβιά στο αεροπλάνο που το πήγε σε μια μακρινή χώρα, σε κάτι δάση ίδια με ζούγκλα, όπου θα ζούσε σχεδόν ελεύθερο. Την επόμενη μέρα πήραν και την αλεπού και το λύκο. Τους άφησαν κι αυτούς στα βουνά της Ελλάδας. Η αιχμαλωσία τους τέλειωσε. Ο Πίπης ίσα που πρόλαβε να τους χαιρετίσει.

—Αν ποτέ ανέβεις στην Πίνδο, θα ειδοποιήσουμε όλα τα θηρία να μη σε πειράξουν, του είπαν φεύγοντας.

Ο Πίπης ευχαριστήθηκε πολύ μ' αυτή την υπόσχεση.

Τα κλουβιά έμειναν άδεια. Άνοιξαν τις ενδιάμεσες πόρτες για να μπορούν να κυκλοφορούν μέσα τα παγώνια και τα κοκόρια, ο γερο γλάρος και τα κατσίκια που απέμειναν, για να μην στεναχωριούνται τα παιδιά που έρχονταν επίσκεψη στον Κήπο για να δούν κανένα τετράποδο. Σε λίγο καιρό όλοι είχαν ξεχάσει ότι κάποτε ο Εθνικός Κήπος είχε θηρία στα κλουβιά. Όλοι εκτός απο τον Πίπη. Αφού όμως δεν νοιαζόταν κανένας άλλος ν' ακούσει ιστορίες με λιοντάρια, τις έλεγε καμιά φορά στα παιδιά που τον τάιζαν ή στους γέρους που λιάζονταν καθισμένοι στις πράσινες καρέκλες.

—Την ξέρω αυτή την ιστορία, του έλεγαν οι γέροι. Να σου πώ κι άλλη μία;
Κι έτσι ο Πίπης όλο ακούει και καινούργιες ιστορίες. Δεν θέλει πια να φύγει να πάει μακριά. Ο Κήπος του φαίνεται το καλύτερο μέρος για ιστορίες.
Και το λιοντάρι τι απέγινε; Εκεί στη τεχνητή ζούγκλα που το πήγανε μάζευε τα βράδυα τ' άλλα λιοντάρια γύρω του και τους διηγόταν τις ιστορίες του Πίπη. Μόνο που τις μπέρδευε λιγάκι και με τον καιρό τις άλλαζε και γίνανε σιγά σιγά καινούργιες ιστορίες που δεν τις ξέρει ακόμα άνθρωπος κανείς. Το ίδιο έκαναν και η αλεπου κι ο λύκος στα βουνά της Πίνδου.

Οποιος μπορέσει κάποτε ν' ακούσει τις ιστορίες των ζώων, δεν θ' αναγνωρίσει τίποτα απο ότι θυμάται απ' αυτές.

1 σχόλιο:

  1. Eίναι τόσο μακρινή η εποχή που υπήρχε ζωολογικός κήπος στην ΑΘήνα, που τα μικρά παιδιά δεν το πιστεύουν. Θα μεταφέρω το παραμύθι στο Αττικό ζωολογικό πάρκο

    ΑπάντησηΔιαγραφή