Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Ένα φιλί στου φλυτζανιού τα χείλη








Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαμά που είχε πέντε παιδιά και δεν προλάβαινε ποτέ να ξεκουραστεί απο τις δουλειές του σπιτιού. Συνέχεια έπλενε, μαγείρευε, ταχτοποιούσε κι όταν όλα ήταν ταχτικά, αντί να ξεκουραστεί, πήγαινε για ψώνια και έφερνε στο σπίτι πράγματα που χρειάζονταν μαγείρεμα και ξανάρχιζε απο την αρχή. Τα πρωϊνά έτρεχε στα δωμάτια ψάχνοντας να βρεί τα μπουφάν και πάντα κάποιο θα μπέρδευε και τα βράδυα περπατούσε στο σπίτι μέσα, διπλωμένη στα δύο απο την κούραση κι έτοιμη να θυμώσει με το παραμικρό.

—Λυπηθείτε με, έλεγε καμιά φορά στα παιδιά, μαζέψτε μόνοι σας τα πράγματα σας!

Αλλά τα παιδιά δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να τη λυπηθούν μαζεύοντας τα δικά τους πράγματα. Αφού εκείνα δεν τα πείραζε να είναι σκορπισμένα, τι την ένοιαζε τη μαμά; Κι έτσι δεν τα μάζευαν!

Στο τέλος τη λυπήθηκαν τα ίδια τα πράγματα. Μια μέρα τα πουλόβερ των παιδιών της εκεί που τα δίπλωνε με κουρασμένα χέρια, άρχισαν να ψιθυρίζουν το ένα στο άλλο:

"Δεν μπορώ πια ν΄αφήνω αυτή την κακομοίρα τη γυναίκα να με διπλώνει, όταν βλέπω πόσο πολύ κοντεύει κι η ίδια να διπλώσει απο την κούραση. Θα το κάνω μόνο μου! Μόλις με βγάζει ο γιός της θα πηγαίνω στο ντουλάπι και θα διπλώνομαι οικειοθελώς!

—Θα σε βοηθήσω και γώ, είπε το πουκάμισο που βρισκόταν με τα μανίκια χωμένα στα δικά του, γιατί το αγόρι που τα φορούσε τα είχε βγάλει και τα δυό μαζί. Θα τρέχω στην κρεμάστρα μέχρι να πείς κίμινο!


Το πεταμένο παντελόνι που άκουσε τη συζήτηση, αποφάσισε κι αυτό να συμμετέχει στην επιχείρηση και όλα τα ρούχα συμφώνησαν όταν έμαθαν τα καθέκαστα. Μόλις η μαμά έφυγε απο το σπίτι, δυό ζωηρά καλτσάκια έτρεξαν να πουν τα νέα στα πιατικά και τα κατσαρολικά, τα σεντόνια και τα παπλώματα, τα τραπεζομάντηλα και τις πετσέτες. Ολα μαζί αποφάσισαν να βοηθήσουν την κατάσταση κι άρχισαν αμέσως.

—Ελα βρυσούλα, άνοιξε λιγάκι, είπε ένα πιατάκι στη βρύση, και σύ σαπουνάκι στάξε μια σταγονίτσα, και σύ σφουγγάρι, έλα να μας τρίψεις, να βοηθήσουμε την καημένη τη μαμά των παιδιών!
!

Βοήθησε κι η βρύση, το σαπούνι και το σφουγγαρι. Όλα τα άπλυτα φλυτζάνια του πρωϊνού, πλύθηκαν μόνα τους, σκουπίστηκαν και πήγαν ωραία ωραία στο ντουλάπι. Το τραπεζομάντηλο τινάχτηκε στο μπαλκόνι και μάλιστα κάλεσε τα πουλιά της περιοχής να φάνε τα ψίχουλα του, με μια σειρά απο χαριτωμένους και πολύ εύγλωτους κυματισμούς. Οταν γύ-ρισε η μαμά στο σπίτι τα βρήκε όλα έτοιμα. Παραξενεύτηκε, αλλά σκέ-φτηκε ότι θα είχε ξεχάσει πώς τα τακτοποίησε κι άρχισε το μαγείρεμα. Μετά απο δυό ώρες που βγήκε ξανά έξω, για να πάρει τα παιδιά απο το σχολείο, όλα τα λερωμένα σκεύη πλύθηκαν μόνα τους, το τραπέζι στρώ-θηκε, κι έμενε μόνο να σερβιριστεί το φαγητό.

—Κάτι παράξενο συμβαίνει, σκέφτηκε η μαμά, όταν γύρισε και τα είδε όλα έτοιμα, αλλά δεν προλάβαινε να το ερευνήσει, έπρεπε αμέσως να πάει τα παιδιά στο μπάνιο και να πλύνει τα χέρια τους.

Μόλις τέλειωσαν το φαί οι μικροί ήθελαν να της δείξουν κάτι ζωγραφιές που είχαν φέρει απο το Σχολείο κι ώσπου να γυρίσει η μαμά στην κουζίνα τα πιάτα είχαν μαζευτεί και πλένονταν μόνα τους. Πλησιάζει στο νεροχύτη και τι να δεί: Το νερό έτρεχε και τα σφουγγάρια χόρευαν και τα πιάτα έχυναν τα σαπούνια με απαλές κινήσεις κι ύστερα σα μπαλαρινούλες, πήγαιναν στάζοντας στην πιατοθήκη, κι έμπαιναν στη σειρά να στεγνώσουν. Έτριψε τα μάτια της η μαμά, γιατί νόμισε πως ονειρευόταν και πήγε στην κρεββατοκάμαρα των θυγατέρων της, όπου είδε όλα τα ρούχα που είχαν πετάξει μπαίνοντας, να σηκώνονται και ήσυχα να τακτοποιούνται σα στρατιωτάκια στα ράφια.

—Τι γίνεται εδώ, φώναξε η μαμά.

Τα παιδιά κοίταξαν γύρω τους και δεν είδαν τίποτα παράξενο, εκτός απο μιά ντουλάπα που έκλεινε μόνη της και τις κάλτσες τους που έτρεχαν να μπούν στα παππούτσια. Ετσι είναι τα παιδιά, δεν παραξενεύονται που γίνονται μόνα τους όσα πράγματα βαριούνται να κάνουν αυτά.

—Θα τρελλαθώ, είπε η μαμά.



Αλλά δεν τρελλάθηκε. Κάθε άλλο μάλιστα. Μετά απο λίγες μέρες, όταν όλα τα πράγματα είχαν μάθει στην εντέλεια τη δουλειά τους, κι όλα γίνονταν μέσα στο σπίτι χωρίς να χρειάζεται να κουράζεται, άρχισε να εί-ναι πολύ πιο κεφάτη και καλή. Κοιμόταν καλύτερα, ομόρφηνε, είχε ιδέες για παιχνίδια και καθόταν κι έπαιζε, πήγαινε τα παιδιά βόλτες, τους έλεγε αστείες ιστορίες, τους τραγουδούσε νανουρίσματα τα βράδυα, ντυνόταν πρόσχαρα, χτενιζόταν προσεχτικά, έγινε ευχάριστη με τους φίλους τους, οργάνωνε συναντήσεις. Με δυό λόγια περνούσαν θαυμάσια. Το σπίτι τους είχε γίνει παράδεισος, και παρ' όλ' αυτά για πρώτη φορά κατάφεραν να οργανώσουν ωραίες εκδρομές στις εξοχές και περιηγήσεις στην πόλη.

—Ολ' αυτά χάρη σε σάς, είπε μια μέρα η μαμά πιάνοντας στο χέρι ένα φλυτζάνι και μέσα στην ευτυχία της, το φίλησε στα χείλη πριν το ακουμπήσει πάλι στο πιατάκι του.

Το φλυτζάνι κοκκίνησε απο χαρά, αλλά μόλις έμεινε μόνο του με τα άλλα φλυτζάνια, άρχισε η γκρίνια.

—Γιατί να φιλήσει μόνο εσένα; είπε ένα πιάτο παρεξηγημένο. Βοηθάμε όλα το ίδιο!

—Εγώ κάνω την περισσότερη δουλειά, είπε εκείνο. Πίνει συνέχεια καφέδες και μ' αγαπάει, γιατί είμαι το δικό της!

—Δε νομίζω να σ' αγαπάει περισσότερο απο μένα, που είμαι το αγα-πημένο πιάτο της, είπε ένα πιάτο.

—Σιγά τον πολυέλαιο, είπε ένα άλλο.

—Τι συμβαίνει; είπε ο πολυέλαιος, θιγμένος.

Αρχισε ένας καυγάς τρομερός. Πιάτα και ποτήρια έκαναν τόση φασαρία, που οι γείτονες ανέβηκαν να παραπονεθούν. Χτύπησαν το κουδούνι, αλλά κανείς δεν τους άνοιξε. Μέσα στο σπίτι γινόταν χαμός. Ακόμα και τα ήσυχα ρούχα είχαν βγεί απο τα ντουλάπια τους και προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τα πράγματα, αλλά μάταια. Καθώς η οικογένεια έλειπε σε μια μακρινή βόλτα, οι γείτονες ανησύχησαν και κάλεσαν την αστυνομία. Οταν γύρισε η μαμά με τα παιδιά, βρήκαν την πόρτα τους ανοιχτή και τους γείτονες να ψάχνουν για θύματα μέσα σε σωρούς απο σπασμένα πιάτα.

—Ω, τα καλά μου τα γυαλικά, είπε η μαμά κλαίγοντας.

Μάζεψαν ότι είχε απομείνει και το έβαλαν στη θέση του. Από τότε κανένα πράγμα μέσα στο σπίτι δεν κουνήθηκε μόνο του. Τα παιδιά ανησύχησαν όμως, μήπως χάσουν τις ωραίες εκδρομές τους, τα παραμύθια τους, τα τραγούδια τους κι όλο το κέφι και την ομορφιά που είχε βασιλέ-ψει. Αποφάσισαν να βάλουν κι αυτά ένα χεράκι στη τακτοποίηση και τα πλυσίματα κι έτσι η μαμά δεν πρόλαβε να κουραστεί. Μοιρασμένη στα έξη η δουλειά ήταν αστεία. Συνέχισαν να περνάνε καλά κι ωραία κι αγαπημένα, ώσπου μεγάλωσαν και φύγανε να φτιάξουνε δικά τους σπίτια.



1 σχόλιο:

  1. Kαταπληκτικό! Αλλά φοβάμαι ότι δεν θα επηρεάσει δεόντως το κακομαθημένο μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή