Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Ο Γιαννάκης και ο Τζώνης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που το λέγανε Γιαννάκη. Έμενε με το μπαμπά του και τη μαμά του σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη που είχε ένα μπαλκόνι μπροστά και δύο παράθυρα στον ακάλυπτο. Οι γονείς του δούλευαν απο το πρωί ως το βράδυ, κάθε μέρα, εκτός απο το Σάββατο και την Κυριακή. Εκείνος έμενε στο σπίτι με την κοπέλλα που την έλεγαν Ειρήνη. Περνούσε την ημέρα του βλέποντας τηλεόραση και περίμενε το Σάββατο ανυπόμονα. Σάββατο πρωί έτρεχε με τα βιβλία του στο κρεββάτι του μπαμπά και της μαμάς κι άρχιζαν τα παραμύθια.

—Ας πάμε καμιά βόλτα Γιαννάκη, λέγανε κάθε τόσο οι γονείς του. Να παίξεις στην Παιδική Χαρά!

—Προτιμώ να μείνουμε εδώ και να διαβάζουμε παραμύθια έλεγε ο Γιαννάκης. Κι οι γονείς του άλλο που δεν ήθελαν, έτσι κουρασμένοι που ήταν απο τη δουλειά.

Μια μέρα πήγε η νονά του και τον πήρε να τον πάει βόλτα. Της άρε-σαν οι βόλτες της νονάς, βαριόταν να μένει μέσα. Τον πήγε γραμμή στην Παιδική Χαρά.

—Σ' αρέσει η τσουλήθρα Γιαννάκη;

—Οχι είπε ο Γιαννάκης.

—Η τραμπάλα;

—Οχι!

—Ο μύλος;

—Οχι!

—Μα τι θέλεις να κάνουμε εδώ που ήρθαμε;

—Να καθήσουμε στο παγκάκι και να μου πείς παραμύθι!

—Αυτό είναι μεγάλη χαζομάρα, είπε η νονά. Τα παραμύθια τα λένε στα σπίτια!

—Τότε πάμε στο σπίτι!

—Ε, όχι δα!

Τότε ο Γιαννάκης άρχισε να κλαίει κι η νονά τι να κάνει; Κάθησε στο παγκάκι κι επειδή δεν ήξερε παραμύθια, τον έβαλε να της πεί αυτός ένα.



Όταν έφτασαν τα γενέθλια του Γιαννάκη, η νονά πήγε και του αγόρασε ένα καταπληκτικό κάστρο για δώρο. Το έφτιαξε ένα ωραίο πακέτο με φιόγκο και μπήκε στο τρόλλεϋ να πάει στο σπίτι του. Μόνο που όταν κατέβηκε απο το τρόλλεϋ ανακάλυψε ότι είχε ξεχάσει μέσα το πακέτο!

—Πώ πώ, τι θα κάνω τώρα; αναρωτιόταν. Πώς θα πάω επίσκεψη στο βαφτιστήρι μου;

Εκείνη τη στιγμή άκουσε ένα άλλο κλάμμα χαμηλά στο πεζοδρόμιο. Σκύβει και τι να δεί; Ενα μικρούτσικο γατάκι, χωμένο μέσα στο παρτέρι με τους θάμνους, έκλαιγε γιατί είχε χάσει τη μαμά του.

—Τι ομορφούλι γατάκι, σκέφτηκε η νονά. Θα το πάρω αυτό για δώρο στο Γιαννάκη.

Το έπιασε λοιπόν προσεχτικά απο το σβέρκο, όπως πιάνουν τα γατάκια οι μαμάδες τους, το ακούμπησε στο μπράτσο της και το χάιδεψε στ' αυτάκια του. Κι εκείνο άρχισε αμέσως να γουργουρίζει.

Ο Γιαννάκης ενθουσιάστηκε με το γατάκι.

—Πως θα το ονομάσεις; ρώτησε η νονά.

—Θα το ονομάσω Γιαννάκη, είπε ο Γιαννάκης.

—Τότε να το φωνάζεις Τζώνη, είπε η νονά. Είναι το όνομα σου στα αγγλικά κι έτσι δεν θα σας μπερδεύουν.

Πραγματικά, δεν τους μπέρδευαν. Ο Γιαννάκης ήταν το παιδί και ο Τζώνης ήταν το γατί. Έκαναν θαυμάσια παρέα.



Μια μέρα ο Τζώνης είχε ανέβει στην κουρτίνα του σαλονιού και την έσκιζε με τα νύχια του. Η Ειρήνη του έβαλε τις φωνές και τον κατέβασε απο κεί, τότε εκείνος τρέχοντας πήγε στο δωμάτιο του Γιαννάκη και σκαρφάλωσε στη δική του κουρτίνα. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό κι όταν κατέβηκε δεν πήδησε στο πάτωμα αλλά στο περβάζι. Εκεί ακουμπούσε ένα χοντρό κλαρί απο ένα δέντρο που φύτρωνε στον ακάλυπτο. Το γατί άρπαξε το κλαρί και γρήγορα σαν αστραπή κατέβηκε κάτω. Ο Γιαννάκης πλησίασε στο πατράθυρο και τον φώναξε:

—Τζώνη, Τζώνη, ψψψ...

Άφαντος ο Τζώνης. Ο Γιαννάκης τότε άρπαξε κι αυτός το κλαρί και γλίστρησε κρατώντας το γερά ως τον κορμό του δέντρου κι απο κεί στη ρίζα του. Ετσι βρέθηκε στον ακάλυπτο. Δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ, κι ας έμενε μόλις στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας. Ηταν ένας κήπος κλει-στός γύρω γύρω απο τους πίσω τοίχους των πολυκατοικιών. Σ' ένα παρά-θυρο καθόταν ένα κοριτσάκι και τον κοίταζε.

—Γειά σου Γιαννάκη, του είπε.

—Γειά σου είπε ο Γιαννάκης. Εσένα πως σε λένε;

—Με λένε Μαριάννα. Σε βλέπω απο τον ακάλυπτο και ξέρω πως έ-χεις ένα γάτο. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;

—Θέλω, είπε ο Γιαννάκης. Το γάτο μου τον λένε Τζώνη. Μήπως είδες πού πήγε; Δεν τον βλέπω πουθενά!

—Ισως μπήκε στο ατελιέ του κυρίου Ρομπέν, είπε η Μαριάννα. Πάμε να ρωτήσουμε.

—Τι θα πεί ατελιέ; ρώτησε ο Γιαννάκης. Και ποιός είναι ο κύριος Ρομπέν;

—Ατελιέ είναι το σπίτι του κυρίου Ρομπέν. Έχει ζωγραφιές αντί για έπιπλα, γι' αυτό το λένε έτσι. Ο κύριος Ρομπέν είναι ζωγράφος. Ζωγραφίζει συνέχεια δάση και γι' αυτό τον φωνάζω Ρομπέν των Δασών! Πάμε να δείς!

Και μ' έναν πήδο η Μαριάννα βρέθηκε στον ακάλυπτο και πήρε τον Γιαννάκη απο το χέρι και πήγανε σε μια πόρτα τζαμένια παραπέρα που ήταν δίπλα σε μια σειρά απο παράθυρα.

—Κύριε Ρομπέεεν! Φώναξε.

Ο κύριος Ρομπέν έτρεξε αμέσως ν' ανοίξει. Ηταν ένας ξανθός κύριος που φορούσε πράσινο σακκάκι γεμάτο μπογιές.

—Μήπως μπήκε στο σπίτι σας ένα γατάκι; ρώτησε η Μαριάννα.

Ο Γιαννάκης είδε τότε τον Τζώνη καθισμένο αναπαυτικά στο χώμα μιάς μεγάλης γλάστρας, να ξύνει το αυτί του.

—Δικό σας είναι το γατάκι αυτό; είπε ο κ. Ρομπέν. Έτσι όπως κάθησε μέσα στα φύλλα σκεφτόμουνα να το βλέπω και να το φτιάξω στη ζωγρα-φιά μου σαν τίγρη! Ζωγράφιζα μια ζούγκλα όταν μπήκε μέσα. Κοιτάξτε!

Εδειξε στα παιδιά τη ζωγραφιά μιας ωραίας ζούγκλας που είχε αρχίσει να φτιάχνει. Στη μέση θα έμπαινε η τίγρη. Στάθηκαν και τον έβλεπαν που σχεδίαζε το πρόσωπο της με χρώματα, ίδιο με του Τζώνη αλλά πολύ πιο άγριο. Ομως ο Τζώνης δεν είχε καμιά όρεξη να καθήσει φρόνιμος εκεί πέρα με τις ώρες για να ζωγραφίσει τίγρεις ο κ. Ρομπέν στα δάση του και κάποια στιγμή που δεν τον πρόσεχαν, δίνει ένα πηδο και βγαίνει έξω απο το άλλο παράθυρο, που έβλεπε στο δρόμο.

—Πω πώ, θα τον πατήσει κανένα αυτοκίνητο είπε ο κ. Ρομπέν και πετάχτηκε κι αυτός έξω απο την πόρτα με τα δυο παιδιά να τον ακολουθούν. Ο Τζώνης είχε περάσει απέναντι χωρίς να τον πατήσει αυτοκίνητο. Περνάνε κι αυτοί απέναντι, τρέχει παραπέρα κι ο Τζώνης. Περνάνε δυό τετράγωνα και φτάνουνε στο Πάρκο. Μπροστά ο Τζώνης, πίσω ο κ. Ρομπέν με τα παιδιά, φτάνουνε στην Παιδική Χαρά. Αρχίζει ο Τζώνης να σκαρφαλώνει στην τσουλήθρα, πίσω του και τα παιδιά. Πρώτος και καλύ-τερος ο Γιαννάκης κι η Μαριάννα δεύτερη. Πάει μετά στις κούνιες, στην τραμπάλα, στο αεροπλανάκι, στο κάστρο, στο καράβι,στο μύλο κι ο Γιαννάκης τον ακολουθεί χωρίς καθόλου να θυμηθεί ότι όλ' αυτά τα φοβότανε. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή κατέληξε ο Τζώνης στην αγκαλιά του Γιαννάκη με την καρδούλα του να χτυπάει δυνατά απο την τρεχάλα. Τον χάιδεψε και σε λίγο έκλεισε τα μάτια κι άρχισε τα γουργουρητά. Τότε ο Γιαννάκης τον έδωσε στη Μαριάννα που ήθελε να τον χαϊδέψει κι αυτή και ξαναγύρισε στην μεγάλη τσουλήθρα.

—Πάμε τώρα στο σπίτι, του είπε ο κ Ρομπέν.

—Οχι ακόμα φώναξε ο Γιαννάκης και δώστου έκανε τσουλήθρα.

Περίμεναν, περίμεναν, αλλά ο Γιαννάκης δεν σταματούσε την τσουλήθρα.

—Μα πώς κάνεις έτσι, είπε η Μαριάννα, λες και δεν έχεις ξανανέβει ποτέ σου σε τσουλήθρα!

—Δεν έχω ξανανέβει, φώναξε ο Γιαννάκης καθώς ανέβαινε ανάποδα. Και μου άρεσε πολύ!

—Αλλο πάλι και τούτο, είπε ο Ρομπέν. Τώρα όμως πρέπει να γυρίσουμε.

Ομως ο Γιαννάκης δεν άκουγε τίποτα. Και χρειάστηκε να του υποσχεθούν ότι θα ξανάρχοναν μετά το μεσημεριανό τους, για να δεχτεί να φύγει για το σπίτι, όπου τον περίμενε η Ειρήνη τρελλή απο αγωνία, γιατί δεν ήξερε τίποτα.

Την άλλη μέρα ήταν Σάββατο και η μαμά περίμενε το Γιαννάκη στο κρεββάτι της να του διαβάσει ένα καινούργιο βιβλίο. Ομως εκείνος ήρθε και τους ξύπνησε με φωνές, να σηκωθούν γρήγορα να πάνε στην Παιδική Χαρά. Χρειάστηκε βέβαια να φωνάξει πολύ για να τους πείσει, αλλά τελικά τα κατάφερε. Τραβώντας τους απο το χέρι έφτασε στην τσουλήθρα κι άρχισε τις τρέλλες, ενώ εκείνοι τον κοιτούσαν κατάπληκτοι και δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς είχε γίνει αυτό το θαύμα. Πέρασαν όλο το πρωί έτσι και το μεσημέρι βλέπουν να καταφθάνει ο κ. Ρομπέν με τη Μαριάννα κι ένα μεγάλο καλάθι με το πικ νικ τους.

—Να οι φίλοι μου, φώναξε ο Γιαννάκης και κατέβηκε απο την κούνια για να δείξει τη μαμά και το μπαμπά του στη Μαριάννα και τον κ. Ρομπέν

Κάθησαν όλοι μαζί να φάνε και διηγήθηκαν στους γονείς του Γιαννάκη όλη την ιστορία με τον Τζώνη. Το απόγευμα ο κ. Ρομπέν πήγε κι έφερε το καβαλέττο του και κάθησε να ζωγραφίσει παιδιά που πηδάνε στη ζούγκλα σαν τον Ταρζάν.

Από τότε κάθε Σαββατοκύριακο πήγαιναν όλοι μαζί βόλτες και τις άλλες μέρες ο κ. Ρομπέν έφερνε καμιά φορά τα παιδιά στο πάρκο κι ερχόταν κι η νονά του Γιαννάκη. Μόνο τον Τζώνη δεν ξανάφεραν γιατί τελικά προτιμούσε να μένει στο σπίτι και να βγαίνει βόλτα το πολύ ως τον ακάλυπτο.

1 σχόλιο:

  1. Mια ιστορία απόδρασης, που θα με κάνει να βάλω κάγκελα στο παράθυρο του γιου μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή