Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Το ωραιότερο πράγμα του κόσμου

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Όταν γέρασε κι έπρεπε να διαλέξει τον καλύτερο για διάδοχο, τους φώναξε και τους τρεις και τους είπε:
—Παιδιά μου τώρα εσείς μεγαλώσατε, εγώ γέρασα στο μεταξύ, και πρέπει ένας από τους τρεις σας να πάρει τη θέση μου. Για να διαλέξω τον καλύτερο θα σας στείλω σε μια δύσκολη αποστολή. Θα πάτε να μου φέρετε το ωραιότερο πράγμα του κόσμου.

Όσο ήταν μικρά τα βασιλόπουλα έπαιζαν ξένοιαστα στο παλάτι
Και ποιο είναι αυτό; ρώτησαν τα παιδιά.
—Εσείς θα το βρείτε, τους είπε ο πατέρας τους. Θα προσπαθήστε να σκεφτείτε και να ανακαλύψετε ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα του κόσμου, κι όποιος διαλέξει το σωστό θα γίνει βασιλιάς.

Έτσι τα τρία παιδιά ξεκίνησαν να ψάξουν το ωραιότερο πράγμα του κόσμου. Ο πρώτος σκέφτηκε να πάει στη μεγαλύτερη πόλη που υπήρχε πάνω στη γη κι εκεί να βρει το μεγαλύτερο παλάτι για να ψάξει μέσα στα ωραία πράγματα το πιο ωραίο απ' όλα. Πήρε λοιπόν τους χάρτες και τα βιβλία της Γεωγραφίας, βρήκε τη μεγαλύτερη πόλη κι όταν έφτασε εκεί του είπαν ότι το πιο ωραίο παλάτι ήταν το Εθνικό τους Μουσείο και είχε όλα του τα εκθέματα σε αντίγραφα για να τα αγοράζει όποιος ήθελε. Δεν είχε λοιπόν παρά να βρει μια καλή ξεναγό και να επισκεφθεί το μουσείο.

Μια και δυο ξεκίνησε για το γραφείο των ξεναγών και στήθηκε στην ουρά. Καθώς περίμενε και είχε στο μυαλό του μερικά από τα ωραιότερα πράγματα που ήξερε, είδε μια κοπέλα να περνά την πόρτα του Μουσείου. Ήταν τόσο μαγευτικά όμορφη που το βασιλόπουλο ξέχασε για μια στιγμή ότι θα έχανε τη θέση του στην ουρά κι αμέσως την ακολούθησε.

—Μήπως είστε ξεναγός; τη ρώτησε σαν την πλησίασε. Ψάχνω κάποιον να μου δείξει το ωραιότερο πράγμα που έχει μέσα αυτό το Μουσείο.

—Όχι, είπε η κοπέλα, που της άρεσε πολύ το βασιλόπουλο, δεν είμαι ξεναγός αλλά μπορώ να σας δείξω το ωραιότερο πράγμα του Μουσείου, αν θέλετε, γιατί ξέρω καλά τα κατατόπια.

Και τον οδήγησε στις αίθουσες του Μουσείου, γεμάτες με αγάλματα και ζωγραφιές, με θησαυρούς αρχαίους και σπουδαίους, με χρυσά κι ασημένια αντικείμενα, τόσα πολλά που το βασιλόπουλο άρχισε να ζαλίζεται.

—Θα πρέπει να είναι δύσκολο να βρεθεί το πιο ωραίο από τα τόσο ωραία, είπε στην κοπέλα.

—Μην ανησυχείς, του είπε εκείνη, το πιο ωραίο το έχουν βρει οι ειδικοί που τα μελέτησαν όλα και δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε τον οδηγό. Εγώ μάλιστα το ξέρω απέξω. Ορίστε φτάσαμε κιόλας. Βλέπεις εκείνη τη χρυσή φρουτιέρα με τα διαμαντένια σχέδια; Αυτό είναι το ωραιότερο πράγμα του κόσμου!

Τέλεια αντίγραφα ωραίων πραγμάτων στο μουσείο

—Πουλάνε αντίγραφα; ρώτησε το βασιλόπουλο.

—Και βέβαια, είπε η κοπέλα. Είναι λίγο ακριβά, αλλά είναι τέλεια!

Το βασιλόπουλο πλησίασε τη βιτρίνα μαζί με την κοπέλα και παρατήρησαν καλά -καλά τη φρουτιέρα.

—Είναι πολύ ωραία της είπε τελικά. Αλλά δε μου φαίνεται πια και το ωραιότερο πράγμα του κόσμου!

—Ούτε και μένα, είπε η κοπέλα.

Το βασιλόπουλο την κοίταξε και σκέφτηκε ότι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν εκείνη η ίδια, μόνο που δεν ήταν ακριβώς πράγμα αλλά πλάσμα...

—Εσύ τι πιστεύεις ότι είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, τη ρώτησε.

—Εγώ, να σου πω για μένα, είπε εκείνη. Μια φορά μόνο σκέφτηκα για ένα πράγμα ότι είναι το ωραιότερο στον κόσμο κι αυτό ήταν η κούκλα που μου χάρισαν όταν ήμουν έξη χρονών. Την έχω φυλάξει κι άμα θέλεις μπορώ να στη χαρίσω, να την πάς στον πατέρα σου. Δεν με νοιάζει πια για πράγματα! Αφότου σε γνώρισα ενδιαφέρομαι μόνο για πρόσωπα!

—Θα την πάρω, είπε το βασιλόπουλο κι ύστερα ότι κι αν γίνει, θα γυρίσω να σε παντρευτώ.
Αγαπημένη παλιά κουκλίτσα

Κι  έτσι το πρώτο βασιλόπουλο γύρισε πίσω στο παλάτι στου πατέρα του με μια παλιά κούκλα, η οποία ήταν στ’ αλήθεια πολύ όμορφη, εδώ που τα λέμε.

Το δεύτερο βασιλόπουλο σκέφτηκε να ρωτήσει τους σοφούς για τ' ομορφότερο πράγμα στον κόσμο. Ξεκίνησε και πήγε στο πιο ονομαστό Πανεπιστήμιο, εκεί που ήταν μαζεμένοι οι περισσότεροι σοφοί κι ανάμεσα τους ο παλιός του δάσκαλος, που του είχε μάθει να γράφει και να διαβάζει. Όταν έφτασε εκεί ρώτησε ποιος απ' όλους ήταν ο σοφότερος. Ο παλιός του δάσκαλος, αφού τον αγκάλιασε και τον φίλησε, τον οδήγησε σε μια φωτεινή αίθουσα όπου καθόταν ένα σεβάσμιο γεροντάκι και γύρω του όλοι οι σοφοί σώπαιναν για να τον ακούσουν.

—Αυτό το βασιλόπουλο θέλει να μάθει ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα του κόσμου, είπε στον σοφό γέροντα.

Το βασιλόπουλο πλησίασε και είπε στον πιο σοφό από τους σοφούς την ιστορία του. Ο γέροντας τον άκουσε χαϊδεύοντας τη μακριά του γενειάδα κι ύστερα του είπε:

Ο δεύτερος γιος πήγε στο πιο μεγάλο Πανεπιστήμιο
—Αυτό που ζητάς είναι δύσκολο και δεν μπορώ παρά να σου πω ποιο θεωρώ εγώ ωραιότερο απ' όλα τα πράγματα του κόσμου.

—Πείτε μου σας παρακαλώ πολύ, είπε το βασιλόπουλο.

—Εντάξει λοιπόν, είπε ο γέρος. Θα σου δείξω το θησαυρό μου!

Φώναξε κάποιον νέο να τον βοηθήσει και σε λίγο του φέρανε ένα μικρό κουτάκι που το έδωσε στο βασιλόπουλο. Μέσα είχε ένα κοχύλι.

—Κοίταξε το προσεχτικά, του είπε ο σοφός. Όταν ήμουν μικρός το βρήκα στην άμμο της παραλίας που ζούσαμε και το φύλαξα. Μέρα νύχτα κοιτούσα τα χρώματα που αλλάζουν στο στιλπνό εσωτερικό του μέρος και το σχέδιο που κάνει ο λαβύρινθος του κι αναρωτιόμουν γιατί είναι φτιαγμένο έτσι και θέλοντας να μάθω και να εξηγήσω άρχισα να ρωτώ και να ξαναρωτώ, κι όλο και περισσότερο ήθελα να μαθαίνω. Αυτό το κοχύλι με οδήγησε σε μια ζωή γεμάτη περιέργεια και ήταν μια ωραία ζωή γι' αυτό το αγαπάω και το έχω φυλάξει. Τώρα πια γέρασα πολύ, στο χαρίζω, παρόλο που ακόμα δεν έχω λύσει εντελώς το μυστήριο του.

—Είναι πράγματι πανέμορφο, είπε το βασιλόπουλο.

Ευχαρίστησε τον γερο— σοφό και τον παλιό του δάσκαλο και γύρισε πίσω στο παλάτι με το κοχύλι.



Μυστήρια ομορφιά

Ο τρίτος αδερφός αγαπούσε πολύ τη φύση και σκέφτηκε να ψάξει το ωραιότερο πράγμα του κόσμου στο πιο ψηλό βουνό του βασιλείου, που ονειρευόταν από μικρός ν' ανεβεί. Ξεκίνησε λοιπόν με καλές προμήθειες, κι όταν έφτασε όσο ψηλότερα τον πήγαινε το μονοπάτι βρήκε ένα μικρό φτωχικό χωριό και χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού για να περάσει τη νύχτα. Του άνοιξε μια γυναίκα και τον οδήγησε κοντά στο τζάκι όπου είχαν μαζευτεί τα παιδιά της. Το βασιλόπουλο κάθισε μαζί τους, τους μοίρασε το ψωμί του κι εκείνα τον ρώτησαν τι γύρευε σε κείνα τα απρόσιτα μέρη νυχτιάτικα.

—Ψάχνω να βρω το ωραιότερο πράγμα του κόσμου, είπε.

—Σ' αυτά τα άγρια βουνά, του είπε η γυναίκα, δεν έχει τίποτα ωραίο!

—Εγώ όμως βρήκα ένα σωρό ωραία πράγματα σκαρφαλώνοντας σήμερα το πρωί, είπε το βασιλόπουλο.

—Το ωραιότερο πράγμα του κόσμου, είπε μπουκωμένο ένα παιδί, είναι το ψωμί!


Το βασιλόπουλο γέλασε κι άρχισε να τρώει κι αυτό. Με την πρώτη μπουκιά όμως κατάλαβε ότι το παιδί είχε δίκιο. Πράγματι δεν είχε δοκιμάσει ποτέ ξανά στη ζωή του κάτι τόσο νόστιμο όσο εκείνο το ψωμί που έτρωγε τώρα, πεινασμένος, μετά την ανάβαση.

—Σας ευχαριστώ παιδιά που μου είπατε αυτή την απλή αλήθεια, είπε όταν χόρτασε. Το ψωμί είναι πράγματι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο και αύριο κιόλας θα γυρίσω στο παλάτι και θα το πω στον πατέρα μου.

—Τι κρίμα είπαν τα παιδιά, νομίζαμε ότι θα έμενες λίγο καιρό να τριγυρίσεις τα βουνά μαζί μας! Θα θέλαμε τόσο να μας δείξεις τα ωραία πράγματα που εμείς δεν προσέχουμε.

—Θα γυρίσω τότε γρήγορα πίσω και θα σας δείξω όχι μόνο τα ωραία αλλά και τα χρήσιμα πράγματα του βουνού, είπε το βασιλόπουλο.

O τρίτος γιος πήρε το δρόμο για το βουνό

Και την άλλη μέρα γύρισε στο παλάτι αφού αγόρασε για τον πατέρα του ένα καρβέλι ψωμί πολύσπορο ολικής αλέσεως από τον καλύτερο φούρνο της πόλης.

Μαζεύτηκαν λοιπόν και τα τρία παιδιά και έδειξαν στο βασιλιά τα πράγματα που είχαν φέρει.

—Αυτή η κουκλίτσα είναι το μόνο πράγμα που κάποτε φάνηκε στην αγαπημένη μου το ωραιότερο του κόσμου, είπε ο μεγάλος.

—Αυτό το κοχύλι είναι που οδήγησε τον μεγαλύτερο σοφό του κόσμου στην περιέργεια και τη γνώση, είπε ο μεσαίος.

—Κι αυτό το ψωμί είναι το καλύτερο της πόλης είπε ο μικρός, αλλά πρέπει να πεινάσει κανείς λιγάκι για να το εκτιμήσει!


Ο πατέρας ενθουσιάστηκε με τα πράγματα που του έφεραν τα παιδιά του.

—Είστε σπουδαία παιδιά, τους είπε. Πράγματι, το ψωμί είναι πολύ ωραίο πράγμα και χωρίς αυτό ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει, αλλά μόλις χορτάσει ζητά να καταλάβει τον κόσμο και τα όμορφα πράγματα σαν το κοχύλι τον οδηγούν στην περιέργεια και στην γνώση. Όταν όμως μεγαλώσει δεν μπορεί να συνεχίσει τη ζωή χωρίς αγάπη. Μου φέρατε κι οι τρεις πολύ ωραία πράγματα και δεν ξέρω ποιο να διαλέξω.

—Έτσι κι αλλιώς εγώ δεν μπορώ να μείνω εδώ, είπε ο μεγάλος. Θα γυρίσω πίσω να παντρευτώ! Οπότε σας παραχωρώ τη θέση μου!

—Και γώ παραχωρώ τη δική μου, είπε ο μεσαίος. Θέλω να γυρίσω πίσω στο Πανεπιστήμιο και να σπουδάσω, να γίνω σοφός και γώ. Αφότου πήρα στα χέρια μου αυτό το κοχύλι ψάχνω συνεχώς να λύσω το μυστήριο του.

—Ούτε γώ όμως μπορώ να μείνω είπε ο μικρός. Με περιμένουν στο βουνό τα παιδιά του χωριού να κάνουμε εκπαιδευτικές εκδρομές!

Κι έτσι αποχαιρέτησαν κι οι τρεις τον πατέρα τους. Κανένας δεν έμεινε να αναλάβει τη βασιλεία. Κι ο γέρο βασιλιάς, τι να κάνει; Αναγκάστηκε να προκηρύξει προεδρικές εκλογές.



1 σχόλιο:

  1. Πολύ μου αρέσει η ιδέα πως η δημοκρατία καθιερώθηκε χωρίς αιματοχυσία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή