
Όταν μεγάλωσαν αρκετά για να πηγαίνουν σχολείο και τους καλούσαν σε πάρτι, φρόντιζαν να πηγαίνουν και οι δύο παρέα για να μπορούν να χορεύουν μαζί. Αν ο ένας από τους δύο έλειπε, τότε ο άλλος καθόταν σ' έναν καναπέ και δεν χόρευε καθόλου. Οι γονείς τους και οι άλλοι γνωστοί και φίλοι νόμιζαν πως αυτό ήταν μια παραξενιά πού θα τούς περνούσε με τον καιρό. Όμως τα παιδιά μεγάλωναν και τίποτα δεν άλλαζε. Χόρευαν πάντα όταν συναντιόντουσαν και τόσο όμορφα πού κάποια στιγμή τους πέρασε απ' το μυαλό να γίνουν χορευτές. Βέβαια, μετά σκέφτηκαν ότι δεν μπορούσαν να χορεύουν με άλλους κι έτσι εγκατέλειψαν την ιδέα.
Μόλις τέλειωσαν το Γυμνάσιο και το Λύκειο άρχισαν κι οι δύο να σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο. Εκεί έγινε μια μέρα ένας χορός για όλους τους φοιτητές. Τον διοργάνωσε μια μεγάλη δισκογραφική εταιρία, σε συνεργασία με μια μεγάλη εργολαβική εταιρία. Θα γινόταν και διαγωνισμός για το καλύτερο χορευτικό ζευγάρι και το πρώτο βραβείο θα ήταν ένα ολόκληρο σπίτι χτισμένο από την εργολαβική εταιρία, με όλα του τα έπιπλα, ακόμα και πικάπ και δισκοθήκη με όλους τους δίσκους της δισκογραφικής εταιρίας. Η Τζίντζερ και ο Φρεντ πήγανε μαζί στο χορό και κερδίσανε ομόφωνα το πρώτο βραβείο. Όταν τούς παρέδωσαν το κλειδί τού σπιτιού, ο πρόεδρος της δισκογραφικής και ο πρόεδρος της εργολαβικής εταιρίας, τούς είπαν ότι είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι και θα έπρεπε να παντρευτούνε. Οι ίδιοι μάλιστα προσφέρονταν να γίνουν κουμπάροι. Η Τζίντζερ και ο Φρεντ βρήκαν θαυμάσια την ιδέα γιατί αγαπιόντουσαν πολύ. Ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια και μεταδόθηκε στα διαφημιστικά προγράμματα και των δύο εταιριών. Ο χορός τού Ησαΐα ήταν απαράμιλλος. Όταν γύρισαν στο σπίτι, η Τζίντζερ και ο Φρεντ συνέχισαν να χορεύουν, αφού δεν υπήρχε τίποτα και κανένας πια για να τούς χωρίσουν. Το πικάπ έπαιζε συνέχεια. Δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Από τον πολύ χορό δεν τους έμενε καιρός να κάνουν τίποτε άλλο. Αδυνάτιζαν, πείνασαν, κουράστηκαν, στο τέλος έπεσαν κάτω εξαντλημένοι. Και τότε κατάλαβαν ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν μαζί. Έπρεπε να χωρίσουν, αλλιώς θα χόρευαν συνέχεια.
Με όση δύναμη τής απέμενε, η Τζίντζερ σηκώθηκε, αποχαιρέτησε τον Φρεντ κι έφυγε με δάκρυα στα μάτια. Μετά από λίγα χρόνια, όταν τέλειωσε τις σπουδές της, παντρεύτηκε ξανά. Πήρε έναν άντρα που κέρδιζε πολλά λεφτά και πού δεν χόρευε ποτέ του. Αυτό ήταν το καλύτερο γιατί τής ήταν αδύνατον να χορέψει με κάποιον άλλον εκτός από τον Φρεντ. Ύστερα έκανε ένα παιδάκι και τού μάθαινε τα πάντα, εκτός από χορό.
Έτσι η Τζίντζερ και ο Φρεντ ζούσαν για πρώτη φορά μακριά ο ένας από τον άλλον. Και κυλούσαν τα χρόνια. Περνούσαν αρκετά καλά και ήρεμα, αλλά τους έλειπε ο χορός. Το ξεχνούσαν πάντως γιατί έπρεπε να δουλεύουν συνεχώς για να θρέψουν την οικογένεια τους. Ύστερα τα παιδιά μεγάλωσαν κι έφτιαξαν και κείνα δικά τους σπίτια. Τότε η Τζίντζερ και ο Φρεντ είχαν καιρό τα βράδια να βγαίνουν έξω και να πηγαίνουν στις αίθουσες χορού. Έλπιζαν και οι δύο ότι μπορεί να συναντιόντουσαν καμιά φορά τυχαία, ήθελαν να μάθουν ο ένας για τον άλλον κι ήθελαν και να ξαναχορέψουν. Δεν χόρευαν όταν πήγαιναν στις αίθουσες χορού. Στέκονταν μόνο όρθιοι στην άκρη της πίστας και κοίταζαν τον κόσμο.
